Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2008

Από απόσταση αναπνοής

«Μου έχουν ζητήσει πολλές φορές να γράψω βιβλίο, αλλά δεν ήθελα, γιατί σκεφτόμουν ότι αν γράφεις πρέπει να είσαι ειλικρινής, δηλαδή να πεις και την άσχημη πλευρά κάποιων ανθρώπων. Αλλά εγώ ποτέ δεν ήθελα να απομυθοποιήσω ανθρώπους που έχουν μείνει στην ιστορία του θεάτρου. Το θεωρούσα αμάρτημα και αρνιόμουν. Πέρσι, ο Άρης Σκιαδόπουλος μου ζήτησε μια συνέντευξη για την κρατική τηλεόραση. Αρνήθηκα. Με έπιασε η κόρη μου, λίγο θυμωμένη, λίγο με παράπονο και μου είπε «γιατί βρε πατέρα λες όλο όχι; Κάν’ το για εμάς, για τα παιδιά σου. Σκέφτηκες ότι όταν δε θα σε έχουμε κοντά μας, θα βάζουμε την εκπομπή και θα λέμε αυτός ήταν ο πατέρας μας;». Συγκινήθηκα και είπα ότι θα το κάνω. Είχε τόση ανταπόκριση όταν προβλήθηκε, με πήραν τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι στο τηλέφωνο για να δώσουν συγχαρητήρια, που μου έκανε εντύπωση. Σιγά-σιγά, με την παρότρυνση της κόρης μου, άρχισα να γράφω όλα αυτά που είπα και σε τρεις-τέσσερις μήνες είχα την ιστορία»…


«Ένα βιβλίο γεμάτο θέατρο. Μέσα από τις σελίδες του θα παρελάσουν οι σπουδαίοι παρόντες αλλά και οι μεγάλοι απόντες, που τους αγαπήσαμε, που δεν τους ξεπεράσαμε και ούτε θα τους ξεπεράσουμε ποτέ. Χορν-καρέζη-Βουγιουκλάκη-
Αλεξανδράκης-Φωτόπουλος-Ηλιόπουλος-Μινωτής-Παξινού-Μελίνα-Κούρκουλος, αλλά και οι: Λάσκαρη-Καραγιάννη-Λαζόπουλος-Ζούνη-Βαλτινός-Ντασέν κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι… Ελάτε να κάνουμε μαζί ένα μεγάλο ταξίδι στους απέραντους δρόμους του θεάτρου. Από τη φτώχεια και τις λάσπες των καφενείων της επαρχίας, με τα μπουλούκια, μέχρι τη χλιδή και τη λάμψη των μιούζικαλ στα μεγαλύτερα θέατρα της πρωτεύουσας. Γέλιο μα και δάκρυ. Χαρά μα και λύπη. Επιτυχίες μα και αποτυχίες. Ακμή μα και παρακμή. Νιάτα μα και γηρατειά. Η ζωή και ο θάνατος βαδίζουν μαζί στις μεγάλες στράτες του θεάτρου»…

Αλίκη Βουγιουκλάκη

Είχε μεγάλη αδυναμία στο ψωμί και στο τυρί, αλλά από ένα ορισμένο τυράδικο και φούρνο, που της έφερνα μόνο εγώ. Επίσης, είχε πολύ μεγάλη αδυναμία στο ξενύχτι. Ήταν αδύνατο να κοιμηθεί πριν από τις έξι το πρωί. Κι έλεγε χαρακτηριστικά: «Αν ο ουρανός δε γίνει σα νερωμένο ούζο, την αυγή, εγώ δε μπορώ να κοιμηθώ». Ακόμα, της άρεσε πολύ να περιποιείται τους καλεσμένους της… Είχε μεγάλη αδυναμία στο ποιοτικό θέατρο, αλλά κάθε φορά που δοκίμαζε να κάνει, έτρωγε τα μούτρα της. Ο κόσμος κλώτσαγε και την ήθελε όπως την ήξερε. Γι’ αυτό δεν την ακολούθησε ποτέ, σε κάθε δοκιμή που έκανε, από την «Κλεοπάτρα» στο «Ρεξ», μέχρι τη «Φιλουμένα» στο θέατρό της. Ήταν καταδικασμένη, κι αυτό ήταν κατά κάποιο τρόπο κατάρα. Ακούγαμε μερικούς να λένε: «Πώς να είναι άβαφη;». Τους απαντώ με ειλικρίνεια, και τότε και τώρα, ότι το πρωί «άβαφη» κι «άπλυτη», την ώρα που ξυπνούσε ήταν μια κούκλα. Πολύ καλύτερη απ’ ό,τι ήταν όταν ήταν βαμμένη…
…Όσο καιρό ήταν στο νοσοκομείο, πριν πεθάνει, δεν είχα το κουράγιο να πάω να τη δω, αλλά τηλεφωνιόμασταν κάθε μέρα και η γυναίκα μου ήταν εκεί μέρα νύχτα σχεδόν. Δεν ήθελα να πάω, γιατί φοβόμουνα ότι θα της πω την αλήθεια, αν και το ήξερε, αλλά πίστευε ακράδαντα ότι θα το ξεπεράσει. Της έστελνα κάθε δύο-τρις μέρες ψωμί και τυρί (…). Τόσο πολύ της άρεσαν, που μια μέρα ένας γιατρός έκοψε μια μπουκιά και τον κατσάδιασε.

Δημήτρης Χορν

Ο Χόρν ήταν ένας χαρισματικός ηθοποιός και άνθρωπος, του άρεσε πολύ να κάνει μιμήσεις , για να γελάνε στην παρέα. Πίστευε ακράδαντα ότι είχε μια φοβερή ευαισθησία και ευπάθεια στο λαιμό, που είχε ως αποτέλεσμα, συχνά πυκνά, να διώχνουμε τον κόσμο, είτε ήταν γεμάτο το θέατρο είτε ήταν μισό, γιατί νόμιζε ότι ο λαιμός του είχε κλείσει και δε μπορούσε να βγάλει ήχο. Κάθε φορά που γινόταν αυτό με το λαιμό, έβλεπα ότι, μετά το άδειασμα του θεάτρου, είχε όρεξη και, χωρίς να το καταλαβαίνει, γελούσε και μιλούσε. Καταλάβαινα λοιπόν πως όλα περί λαιμού ήταν στο μυαλό του μόνο. Τον έλεγαν και ήταν «κατά φαντασίαν ασθενής». Είχε ένα γιατρό, το όνομά του ήταν Κηλαϊδίτης, νομίζω. Τον καημένο τον λυπόμασταν όλοι, γιατί τον ταλαιπωρούσε χωρίς λόγο μέρα νύχτα. Τον κουβαλούσε συνέχεια στο θέατρο ή στο σπίτι του, ό,τι ώρα νόμιζε ότι ο λαιμός του έκλεισε. Βέβαια, του έκανε δώρα πανάκριβα, όπως το αμάξι του, ένα Βόλβο που είχε, αλλά τον είχε εξουθενώσει. Ο δόλιος ο γιατρός, για να γλιτώσει, είχε εφεύρει άνα κόλπο που απέδωσε. Έφτιαχνε μόνος του χαπάκια από αλεύρι και ζάχαρη, τα ‘βαζε σ’ ένα κουτάκι που είχε πάντα μαζί του και τα έδινε στο Χορν σα φάρμακο θαυματουργό για το λαιμό. Ο Χορν όταν έπαιρνε το χαπάκι του, σ’ένα λεπτό ηρεμούσε και σε δύο ήταν περδίκι.

Τζένη Καρέζη

Της άρεσε το φαγητό. Ήταν το μεγαλύτερο πιρούνι της Ελλάδας, έτσι την έλεγα εγώ.
Ακόμα, είχε μεγάλη αδυναμία στο τσιγάρο και δε διανοήθηκε ποτέ να το κόψει. Επίσης, είχε μεγάλη αδυναμία στο συκώτι της πάπιας και στα λουκουμάκια. Παιδικά κατάλοιπα, τα οποία διατηρούσε ζεστά στη μνήμη της, τα λουκουμάκια και την τυρόπιτα κουρού, που έπαιρνε κι έτρωγε κάθε μέρα, όταν ήταν παιδάκι, από του Τερκενλή στη Θεσσαλονίκη…
…Το χρονικό της μεγάλης αυτής εκτίμησης και αγάπης, όπως εξελίχθηκε τα κατοπινά χρόνια, άρχισε ένα βράδυ με γεμάτο θέατρο. Την έπιασαν πόνοι φοβεροί. Κάποιος ήξερε ένα γιατρό από τη διπλανή πολυκατοικία, που έτρεξε αμέσως και τον έφερε, την εξέτασε και μας δήλωσε ότι είχε κωλικό και μας είπε ότι ήταν αδύνατον έως απαγορευτικό να κάνει παράσταση. Κι ενώ όλοι περιμέναμε να γίνει αναβολή και να διώξουμε τον κόσμο, ακούω την Καρέζη με πονεμένη φωνή να μου φωνάζει: «Λεμπέση, άνοιξε, θα παίξω. Εγώ τον κόσμο δεν τον διώχνω»... Η Καρέζη έπαιξε και έπαιξε σπουδαία… Ενώ τρανταζόταν ολόκληρη και οι πόνοι την έσφαζαν κι εμείς όλοι γύρω από τις κουίντες την περιμέναμε να πέσει, αυτή όχι μόνο δεν έπεσε, όχι μόνο δεν είδαμε γκριμάτσα πόνου στο πρόσωπό της, αλλά έκανε (…) μια καταπληκτική παράσταση…

Αλέκος Αλεξανδράκης

Ο Αλέκος είχε μεγάλη αδυναμία στα πουράκια του, στη μακαρονάδα, γενικά στις γυναίκες και ειδικά στη Νόνικα. Η φυσική ευγένεια που διέθετε μας επέβαλλε να είμαστε όλοι πιο ευγενικοί στην παρέα. Εκτός από την ευγένεια, είχε ήθος, πάθος, και αγάπη απέραντη για το θέατρο. Αγαπούσε το καλό θέατρο και προσπαθούσε μια ζωή, με αποτέλεσμα πολλές φορές να του κοστίσει ακριβά και να δουλεύει χρόνια πολλά για να ξεχρεώσει. Είχε χιούμορ απαράμιλλο κι έλεγε τα αστεία του σοβαρά. Η μεγαλύτερή του αδυναμία ήταν, και πιστεύω ότι ακόμα είναι , όπου κι αν βρίσκεται, η Νόνικα! Την αγαπούσε πολύ! Θα χαρακτήριζα με μια μόνο λέξη: «Αξεπέραστη».

Λάκης Λαζόπουλος

Αμέσως μετά την αναγγελία που είχε κάνει η Αλίκη για τη «Λυσιστράτη», έκανε κι ο Λαζόπουλος, ο οποίος σε συνέντευξη είχε μιλήσει με τα χειρότερα λόγια για τη Βουγιουκλάκη χωρίς λόγο. Μέχρι «εθνική αποκοιμήτρια» την είπε. Η Αλίκη έκλαιγε και αναρωτιόταν όλη την ώρα τι του είχε κάνει και μίλαγε τόσο άσχημα εναντίον της.(…) Το 1987 έκανα με το Λαζόπουλο το «Τι είδε ο Γιαπωνέζος». (…)Ο Λαζόπουλος έγραφε και έλεγε με το στόμα τα «λαζοπουλέικα», που μέχρι σήμερα δεν τα είχε κόψει ακόμα, και μεταξύ άλλων έβριζε το Σαρτζετάκη, που ήταν τότε πρόεδρος της δημοκρατίας, ώσπου μια Παρασκευή βράδυ ήρθαν, πήραν το Λαζόπουλο και πάνε. Το θέατρο θα έκλεινε. Καταστροφή!(…) Βασανίζω το μυαλό μου. Μόνο μια λύση βρίσκω, που είναι ακραία κι ανήθικη ως πρόταση. (…) Είναι πια ξημέρωμα. Παίρνω στο τηλέφωνο την Αλίκη, το σηκώνει η Νότα και μου λέει: «Τι συμβαίνει, πριν απ΄΄ο λίγο κοιμήθηκε». Της λέω: «ξύπνα την αμέσως, είναι πολύ σοβαρό!». Σε λίγο ήρθε στο τηλέφωνο, νυσταγμένη, αλλά ταραγμένη η Αλίκη και (…)της εξηγώ τα του Λαζόπουλου. «Καταστρέφομαι», της λέω, «θα κλείσει το θέατρο. Θέλω να έρθεις να καταθέσεις υπέρ του. (…) «Θέλεις να καταθέσω υπέρ του ανθρώπου που μ’έχει βρίσει χυδαία όσο κανένας στον κόσμο;».»Έχεις δίκιιο», της λέω, «αλλά θα είναι καλό για σένα, βγαίνεις υπεράνω. Κι όλοι πια θα είανι μαζί σου». «Καλά», μου λέει, «θα το κάνω για σένα». (…) Υπέροχη και χαρισματική, καταθέτει και είναι καταπέλτης. « Εμένα είναι εχθρός μου, είναι γνωστό σε όλους σας πόσο άσχημα μ’ έχει βρίσει, και δεν ήρθα εδώ για να υπερασπιστώ αυτόν, αλλά τη σάτιρα». Ο Λαζόπουλος τα ‘χει χάσει, είναι συγκινημένος πολύ, κι όταν αθωώθηκε έπαθε σοκ!







Δεν υπάρχουν σχόλια: